ολιγοχρόνιος

ολιγοχρόνιος
ος , ον , ολιγόχρονος, η , ο [ος , ον ] кратковременный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ολιγοχρόνιος" в других словарях:

  • ὀλιγοχρόνιος — of short duration masc nom sg ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολιγοχρόνιος — ολιγοχρόνιος, α, ο και ολιγόχρονος, η, ο και λιγόχρονος, η, ο αυτός που διαρκεί ή που ζει λίγο χρόνο, βραχύβιος, λιγοζώητος (αντίθ. μακροχρόνιος, α, ο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ολιγοχρόνιος — α, ο (ΑΜ ὀλιγοχρόνιος, ον, θηλ. και ία) [ολιγόχρονος] αυτός που ζει ή διαρκεί για σύντομο χρονικό διάστημα λιγόχρονος (α. «ἔφη σε ὀλιγοχρόνιον ἔσεσθαι», Ηρόδ. β. «καὶ πασῶν ὸλιγοχρονιώτεραι τῶν πολιτειῶν εἰσιν ὀλιγαρχία καὶ τυραννίς», Αριστοτ.)… …   Dictionary of Greek

  • ὀλιγοχρονιώτερον — ὀλιγοχρόνιος of short duration adverbial comp ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc comp sg ὀλιγοχρόνιος of short duration neut nom/voc/acc comp sg ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc comp sg ὀλιγοχρόνιος of short duration neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρονιωτέρων — ὀλιγοχρόνιος of short duration fem gen comp pl ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/neut gen comp pl ὀλιγοχρόνιος of short duration fem gen comp pl ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρονιώτατον — ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc superl sg ὀλιγοχρόνιος of short duration neut nom/voc/acc superl sg ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc superl sg ὀλιγοχρόνιος of short duration neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρονίως — ὀλιγοχρόνιος of short duration adverbial ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc pl (doric) ὀλιγοχρόνιος of short duration adverbial ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρόνιον — ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc sg ὀλιγοχρόνιος of short duration neut nom/voc/acc sg ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/fem acc sg ὀλιγοχρόνιος of short duration neut nom/voc/acc sg ὀλιγοχρονέω take a short time to rise imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρονίων — ὀλιγοχρόνιος of short duration fem gen pl ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/neut gen pl ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/fem/neut gen pl ὀλιγοχρονέω take a short time to rise pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρονιωτέροις — ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/neut dat comp pl ὀλιγοχρόνιος of short duration masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγοχρονιωτέρους — ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc comp pl ὀλιγοχρόνιος of short duration masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»